Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reboucher
01
ξανακλείνω, ξαναβουλώνω
fermer à nouveau un récipient ou une ouverture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rebouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rebouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reboucherai
ενεστώτα μετοχή
rebouchant
παθητική μετοχή
rebouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rebouchions
Παραδείγματα
Après avoir versé l'eau, rebouche bien la bouteille.
Αφού ρίξετε το νερό, κλείστε καλά το μπουκάλι.
02
γεμίζω, κλείνω
combler un trou ou une ouverture
Παραδείγματα
Il faut reboucher les trous dans le mur avant de peindre.
Συμπληρώστε τις τρύπες στον τοίχο πριν από το βάψιμο.



























