recoiffer
recoiffer
ʁəkwafe
rēkvafe
rebiffer

Ορισμός και σημασία του "recoiffer"στα γαλλικά

recoiffer
01

κόβω ξανά, τακτοποιώ ξανά

couper ou arranger à nouveau les cheveux 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recoiffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recoiffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recoifferai
ενεστώτα μετοχή
recoiffant
παθητική μετοχή
recoiffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recoiffions
Παραδείγματα
Elle doit se recoiffer avant la fête. 

Πρέπει να χτενιστεί ξανά πριν από το πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store