Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rechute
[gender: feminine]
01
υποτροπή, επανάληψη
retour d'une maladie ou d'un symptôme après une période d'amélioration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rechutes
Παραδείγματα
La rechute nécessite souvent un ajustement du traitement.
Η υποτροπή συχνά απαιτεί προσαρμογή της θεραπείας.
02
υποτροπή, επανάληψη
retour à une situation négative ou à un mauvais comportement après une amélioration
Παραδείγματα
Sa rechute a montré qu' il avait encore besoin de soutien.
Η υποτροπή του έδειξε ότι χρειαζόταν ακόμη υποστήριξη.
Λεξικό Δέντρο
rechute
chute



























