rechercher
Pronunciation
/ʀ(ə)ʃɛʀʃe/

Ορισμός και σημασία του "rechercher"στα γαλλικά

rechercher
01

αναζητώ, ερευνώ

chercher quelque chose avec attention ou effort
rechercher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recherche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recherchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rechercherai
ενεστώτα μετοχή
recherchant
παθητική μετοχή
recherché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recherchions
Παραδείγματα
Tu dois rechercher les meilleures options avant de décider.
Πρέπει να ερευνήσεις τις καλύτερες επιλογές πριν αποφασίσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store