Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rechercher
01
αναζητώ, ερευνώ
chercher quelque chose avec attention ou effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recherche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recherchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rechercherai
ενεστώτα μετοχή
recherchant
παθητική μετοχή
recherché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recherchions
Παραδείγματα
Tu dois rechercher les meilleures options avant de décider.
Πρέπει να ερευνήσεις τις καλύτερες επιλογές πριν αποφασίσεις.



























