rechercher
re
ʁə
cher
ʃɛʁ
sher
cher
ʃe
she

Ορισμός και σημασία του "rechercher"στα γαλλικά

rechercher
01

αναζητώ, ερευνώ

chercher quelque chose avec attention ou effort 
rechercher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recherche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recherchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rechercherai
ενεστώτα μετοχή
recherchant
παθητική μετοχή
recherché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recherchions
Παραδείγματα
Elle recherche un emploi depuis plusieurs mois. 

Αυτή ψάχνει για δουλειά εδώ και αρκετούς μήνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store