Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recoiffer
01
κόβω ξανά, τακτοποιώ ξανά
couper ou arranger à nouveau les cheveux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
recoiffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recoiffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recoifferai
ενεστώτα μετοχή
recoiffant
παθητική μετοχή
recoiffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recoiffions
Παραδείγματα
Elle doit se recoiffer avant la fête.
Πρέπει να χτενιστεί ξανά πριν από το πάρτι.



























