Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manquer
01
éprouver l'absence de quelqu'un ou quelque chose avec tristesse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
manque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
manquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
manquerai
ενεστώτα μετοχή
manquant
παθητική μετοχή
manqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
manquions
Παραδείγματα
Elle me manque beaucoup quand elle est loin.
02
λείπω, υστερώ
ne pas avoir assez de quelque chose , être insuffisant
Παραδείγματα
Il manque de temps pour finir son travail.
Του λείπει χρόνος για να τελειώσει τη δουλειά του.
03
χάνω, μου λείπει
rater ou perdre une occasion , un rendez-vous ou un événement
Παραδείγματα
Elle a manqué l'occasion de parler au directeur.
Αυτή έχασε την ευκαιρία να μιλήσει με τον διευθυντή.
04
χάσω, δεν προλάβω
ne pas réussir à attraper ou atteindre quelque chose
Παραδείγματα
Il a manqué le train ce matin.
Έχασε το τρένο σήμερα το πρωί.
05
αστοχώ
ne pas atteindre un objectif, une cible ou un but
Παραδείγματα
Il a manqué la cible lors du tir à l'arc.
Αστόχησε τον στόχο κατά την τοξοβολία.



























