arrêter
arrêter
aʁete
arete

Ορισμός και σημασία του "arrêter"στα γαλλικά

arrêter
01

σταματώ, διακόπτω

mettre fin à une action, un mouvement ou un processus 
arrêter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
arrête
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
arrêtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
arrêterai
ενεστώτα μετοχή
arrêtant
παθητική μετοχή
arrêté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
arrêtions
Παραδείγματα
Il faut arrêter la voiture au feu rouge. 

Πρέπει να σταματήσεις το αυτοκίνητο στο κόκκινο φανάρι.

02

συλλαμβάνω, κρατώ

prendre quelqu'un pour le retenir, souvent par la police 
arrêter definition and meaning
Παραδείγματα
La police a arrêté le suspect hier soir. 

Η αστυνομία συνέλαβε τον ύποπτο χθες το βράδυ.

03

σταματώ

cesser volontairement une activité, une habitude ou un comportement 
arrêter definition and meaning
Παραδείγματα
Il a décidé d'arrêter de fumer pour sa santé. 

Αποφάσισε να σταματήσει το κάπνισμα για την υγεία του.

04

απενεργοποιώ, σταματώ

faire cesser le fonctionnement d'un appareil, d'un moteur ou d'un système 
arrêter definition and meaning
Παραδείγματα
Il faut arrêter la machine avant de la nettoyer. 

Πρέπει να απενεργοποιήσετε το μηχάνημα πριν το καθαρίσετε.

05

σταματώ, αποτρέπω

cesser de bouger ou d'avancer ; se mettre à l'arrêt 
arrêter definition and meaning
Παραδείγματα
Le bus s'arrête à chaque arrêt. 

Το λεωφορείο σταματά σε κάθε στάση.

06

σταματώ, διακόπτω

cesser de bouger ou de fonctionner ; ne plus continuer 
Παραδείγματα
Le train a arrêté au milieu du tunnel. 

Το τρένο σταμάτησε στη μέση της σήραγγας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store