Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arroser
01
ποτίζω, δίνω νερό στα φυτά
donner de l'eau aux plantes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
arrose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
arrosons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
arroserai
ενεστώτα μετοχή
arrosant
παθητική μετοχή
arrosé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
arrosions
Παραδείγματα
Ils arrosent les arbres pour qu' ils poussent bien.
Ποτίζουν τα δέντρα για να μεγαλώσουν καλά.



























