Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrondir
01
στρογγυλοποιώ, προσεγγίζω
modifier un nombre pour le simplifier en conservant une valeur approchée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
arrondis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
arrondissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
arrondirai
ενεστώτα μετοχή
arrondissant
παθητική μετοχή
arrondi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
arrondissions
Παραδείγματα
Pour simplifier, arrondissons à la dizaine.
Για απλοποίηση, στρογγυλοποιήστε στα δεκάδες.
02
στρογγυλοποίηση προς τα πάνω, ελαφρώς αύξηση
augmenter légèrement un montant ou une quantité
Παραδείγματα
Arrondissons nos économies pour les vacances.
Στρογγυλοποιήστε τις οικονομίες μας για τις διακοπές.
03
στρογγυλεύω, επεκτείνω
élargir ou développer progressivement quelque chose
Παραδείγματα
Le projet arrondit son champ d' application.
Το έργο διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του.
04
στρογγυλεύομαι, παχαίνω
prendre du ventre, devenir plus gros (en parlant du physique)
Παραδείγματα
Le patron s' arrondit d' année en année.
Το αφεντικό στρογγυλεύει από χρόνο σε χρόνο.



























