l'arrogance
arrogance
aʁɔgɑ̃s
arawgaas

Ορισμός και σημασία του "arrogance"στα γαλλικά

01

αλαζονεία, υπεροψία

attitude de supériorité ou de mépris envers les autres 
l'arrogance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son arrogance agace tous ses collègues. 

Η αλαζονεία της ενοχλεί όλους τους συναδέλφους της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store