Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lament
01
θρηνώ, θρηνεί
to verbally express deep sadness over a loss or unfortunate situation
Transitive: to lament a loss or death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lament
γ΄ ενικό πρόσωπο
laments
ενεστώτα μετοχή
lamenting
απλός αόριστος
lamented
παθητική μετοχή
lamented
Παραδείγματα
The community gathered to lament the passing of their beloved leader, sharing stories and expressing their deep sorrow.
Η κοινότητα συγκεντρώθηκε για να θρηνήσει τον θάνατο του αγαπημένου της ηγέτη, μοιράζοντας ιστορίες και εκφράζοντας τη βαθιά θλίψη της.
02
θρηνώ, παραπονιέμαι
to show sadness or sorrow about something that has gone wrong or didn’t turn out as expected
Transitive: to lament an action or event
Παραδείγματα
The song's lyrics passionately lamented the state of social injustice, calling for change and awakening a sense of empathy and reflection in the listeners.
Οι στίχοι του τραγουδιού θρήνησαν παθιασμένα την κατάσταση της κοινωνικής αδικίας, ζητώντας αλλαγή και ξυπνώντας ένα αίσθημα ενσυναίσθησης και στοχασμού στους ακροατές.
Lament
01
ελεγείο, θρήνος
a mournful poem; a lament for the dead
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laments
02
θρήνος, μοιρολόι
a song, musical piece, poem, etc. that expresses the feeling of sorrow and sadness after a loss or death
Παραδείγματα
The mournful lament played at the funeral echoed the grief of the attendees.
Ο θλιβερός θρήνος που παίχτηκε στην κηδεία απηχούσε τη θλίψη των παρευρισκομένων.
03
θρήνος, οδυρμός
a heartfelt often vocal expression of deep sorrow or grief
Παραδείγματα
The widow's lament could be heard throughout the village as she mourned her loss.
Ο θρήνος της χήρας μπορούσε να ακουστεί σε όλο το χωριό καθώς θρηνούσε την απώλειά της.
Λεξικό Δέντρο
lamented
lamenter
lamenting
lament



























