passif
pa
pa
pa
ssif
sɪf
sif
fictifgriffeallusifoisif

Ορισμός και σημασία του "passif"στα γαλλικά

01

παθητικός, αδρανής

qui ne réagit pas, n'agit pas de lui-même et laisse les choses se faire sans intervenir 
passif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus passif
συγκριτικός βαθμός
plus passif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
passif
αρσενικό πληθυντικό
passifs
θηλυκό ενικό
passive
θηλυκό πληθυντικό
passives
Παραδείγματα
Il reste passif même quand il faut agir rapidement. 

Παραμένει παθητικός ακόμη και όταν απαιτείται γρήγορη δράση.

02

παθητικός, στη παθητική φωνή

se dit d'une forme verbale où le sujet subit l'action au lieu de la faire 
Παραδείγματα
La phrase passive met l'accent sur l'action subie. 

Η παθητική πρόταση τονίζει την ενέργεια που λαμβάνεται.

01

παθητικό, υποχρεώσεις

en comptabilité , ensemble des dettes et obligations financières d'une entreprise (ce qu'elle doit) 
le passif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
passifs
Παραδείγματα
Le passif de cette société dépasse son actif. 

Το παθητικό αυτής της εταιρείας υπερβαίνει το ενεργητικό της.

02

παθητικό, αρνητικό παρελθόν

ensemble des fautes, échecs ou éléments négatifs accumulés par une personne ou une organisation dans son passé 
Παραδείγματα
Le ministre traîne un lourd passif depuis ses anciennes fonctions. 

Ο υπουργός σύρει ένα βαρύ αρνητικό ιστορικό από τις παλιές του θέσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store