Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tithe
01
αποδεκατίζω, δίνω το δέκατο
to donate ten percent of one's income, often to the church, as a religious commitment or financial support
Intransitive
Παραδείγματα
Many believers tithe faithfully, offering a portion of their income to support the church's activities.
Πολλοί πιστοί αποδεκατίζουν πιστά, προσφέροντας ένα μέρος των εσόδων τους για την υποστήριξη των δραστηριοτήτων της εκκλησίας.
02
επιβάλλω δεκάτη, εισπράττω δεκάτη
to impose a tax of one-tenth on agricultural produce or crops
Transitive: to tithe a crop or product
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tithe
γ΄ ενικό πρόσωπο
tithes
ενεστώτα μετοχή
tithing
απλός αόριστος
tithed
παθητική μετοχή
tithed
Παραδείγματα
The landlord tithed the farmers' wheat harvest to support the local church.
Ο γαιοκτήμονας επέβαλε δεκάτη στη σοδειά σιταριού των αγροτών για να υποστηρίξει την τοπική εκκλησία.
03
επιβάλλω δεκάτη, εξαγγέλλω δεκάτη
to impose a tax or contribution equal to one-tenth of income or goods
Transitive: to tithe sb
Παραδείγματα
The farmers were tithed on their annual harvest, giving a tenth to the church.
Οι αγρότες υπέκυπταν στο δέκατο της ετήσιας συγκομιδής τους, δίνοντας το ένα δέκατο στην εκκλησία.
04
αποδεκατίζω, δίνω το δέκατο
to give or contribute one-tenth of income or goods
Transitive: to tithe one's income
Παραδείγματα
They tithed a portion of their earnings to support the church’s community outreach.
Έδωσαν δεκάτη ενός μέρους των εσόδων τους για να υποστηρίξουν την κοινοτική προσέγγιση της εκκλησίας.
Tithe
01
δεκάτη, προσφορά της δεκάτης
an offering of a tenth part of some personal income
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tithes
02
δεκάτη, εκκλησιαστικός φόρος
a levy of one tenth of something
Λεξικό Δέντρο
tither
tithe



























