to recoup
re
ri
coup
ˈku:p
koop
troupescoopsloopdrupe

Ορισμός και σημασία του "recoup"στα αγγλικά

to recoup
01

αποζημιώνω, επιστρέφω χρήματα

to repay someone, typically for losses or expenses they have suffered 
Transitive: to recoup sb for a loss or expense
to recoup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recoup
γ΄ ενικό πρόσωπο
recoups
ενεστώτα μετοχή
recouping
απλός αόριστος
recouped
παθητική μετοχή
recouped
Παραδείγματα
The insurance company agreed to recoup the homeowner for the damages caused by the natural disaster. 

Η ασφαλιστική εταιρεία συμφώνησε να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη για τις ζημιές που προκλήθηκαν από τη φυσική καταστροφή.

02

ανακτώ, επανέρχομαι

to obtain something once again 
Transitive: to recoup sth
Παραδείγματα
After a period of rest, she managed to recoup her energy and vitality. 

Μετά από μια περίοδο ανάπαυσης, κατάφερε να ανακτήσει την ενέργεια και τη ζωντάνια της.

03

ανακτώ, κρατώ

to retain a portion of a payment to offset expenses, losses, or debts 
Transitive: to recoup part of a payment
Παραδείγματα
The landlord decided to recoup a portion of the security deposit to cover the cost of repairing damages to the rental property. 

Ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να ανακτήσει ένα μέρος της εγγύησης για να καλύψει το κόστος επισκευής ζημιών στην ενοικιαζόμενη ιδιοκτησία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store