Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recoup
01
αποζημιώνω, επιστρέφω χρήματα
to repay someone, typically for losses or expenses they have suffered
Transitive: to recoup sb for a loss or expense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recoup
γ΄ ενικό πρόσωπο
recoups
ενεστώτα μετοχή
recouping
απλός αόριστος
recouped
παθητική μετοχή
recouped
Παραδείγματα
The insurance company agreed to recoup the homeowner for the damages caused by the natural disaster.
Η ασφαλιστική εταιρεία συμφώνησε να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη για τις ζημιές που προκλήθηκαν από τη φυσική καταστροφή.
02
ανακτώ, επανέρχομαι
to obtain something once again
Transitive: to recoup sth
Παραδείγματα
After a period of rest, she managed to recoup her energy and vitality.
Μετά από μια περίοδο ανάπαυσης, κατάφερε να ανακτήσει την ενέργεια και τη ζωντάνια της.
03
ανακτώ, κρατώ
to retain a portion of a payment to offset expenses, losses, or debts
Transitive: to recoup part of a payment
Παραδείγματα
The landlord decided to recoup a portion of the security deposit to cover the cost of repairing damages to the rental property.
Ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να ανακτήσει ένα μέρος της εγγύησης για να καλύψει το κόστος επισκευής ζημιών στην ενοικιαζόμενη ιδιοκτησία.



























