Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recount
01
αφηγούμαι, αναφέρω
to describe an event, experience, etc to someone in a detailed manner
Transitive: to recount an event or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recount
γ΄ ενικό πρόσωπο
recounts
ενεστώτα μετοχή
recounting
απλός αόριστος
recounted
παθητική μετοχή
recounted
Παραδείγματα
The historian chose to recount the tale of the ancient civilization's rise and fall.
Ο ιστορικός επέλεξε να αφηγηθεί την ιστορία της άνοδου και της πτώσης του αρχαίου πολιτισμού.
02
μετρώ ξανά, απαριθμώ εκ νέου
to count or enumerate once more
Transitive: to recount items in a set
Παραδείγματα
Please recount the items in the inventory to ensure accuracy.
Παρακαλώ απαριθμήστε ξανά τα αντικείμενα στον κατάλογο για να διασφαλίσετε την ακρίβεια.
Recount
01
επανέλεγχος ψήφων, επανάληψη καταμέτρησης
an additional count of votes, usually conducted when the initial tally is very close
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recounts
Παραδείγματα
The election results were so close that a recount was requested.
Τα αποτελέσματα των εκλογών ήταν τόσο κοντά που ζητήθηκε επανεκτίμηση.
Λεξικό Δέντρο
recount
count



























