Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to recount
01
αφηγούμαι, αναφέρω
to describe an event, experience, etc to someone in a detailed manner
Transitive: to recount an event or experience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
recount
γ΄ ενικό πρόσωπο
recounts
ενεστώτα μετοχή
recounting
απλός αόριστος
recounted
παθητική μετοχή
recounted
Παραδείγματα
In the autobiography, the author decided to recount personal anecdotes that shaped their life.
Στην αυτοβιογραφία, ο συγγραφέας αποφάσισε να αφηγηθεί προσωπικές ανέκδοτες που διαμόρφωσαν τη ζωή του.
02
μετρώ ξανά, απαριθμώ εκ νέου
to count or enumerate once more
Transitive: to recount items in a set
Παραδείγματα
The election commission will recount the votes to address concerns about the outcome.
Η εκλογική επιτροπή θα επαναμετρήσει τις ψήφους για να αντιμετωπίσει ανησυχίες σχετικά με το αποτέλεσμα.
Recount
01
επανέλεγχος ψήφων, επανάληψη καταμέτρησης
an additional count of votes, usually conducted when the initial tally is very close
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recounts
Παραδείγματα
Recounts are common in tight local elections.
Οι αναμετρήσεις είναι συχνές στις σφιχτές τοπικές εκλογές.
Λεξικό Δέντρο
recount
count



























