Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emballer
01
συσκευάζω, τυλίγω
mettre un produit ou un cadeau dans un emballage (papier, boîte, plastique, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
emballe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
emballons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
emballerai
ενεστώτα μετοχή
emballant
παθητική μετοχή
emballé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
emballions
Παραδείγματα
Elle a emballé le cadeau avec un joli papier.
Τύλιξε το δώρο με όμορφο χαρτί.
02
συναρπάζω, ενθουσιάζω
provoquer une grande excitation ou enthousiasme chez quelqu'un
Παραδείγματα
Le spectacle a vraiment emballé le public.
Η παράσταση πραγματικά συνεπήρε το κοινό.
03
χάνει τον έλεγχο της ταχύτητας
commencer à aller très vite, perdre le contrôle de sa vitesse (souvent pour un animal ou un véhicule)
Παραδείγματα
Le cheval s'emballe quand il entend un bruit fort.
Το άλογο ξεκινάει τρέχοντας ανεξέλεγκτα όταν ακούει έναν δυνατό θόρυβο.
04
παθιάζομαι, χάνω την αυτοκυριαρχία μου
se laisser emporter par ses émotions, perdre la maîtrise de soi-même, s'exciter de façon excessive
Παραδείγματα
Ne t'emballe pas, il faut réfléchir calmement.
Μην ενθουσιάζεσαι, πρέπει να σκέφτεσαι ήρεμα.



























