l'ellipse

Ορισμός και σημασία του "ellipse"στα γαλλικά

L'ellipse
[gender: feminine]
01

έλλειψη

courbe fermée et allongée, semblable à un cercle étiré, définie par deux foyers
l'ellipse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ellipses
Παραδείγματα
L' orbite de la planète est une ellipse.
Η τροχιά του πλανήτη είναι μια έλλειψη.
02

έλλειψη, παράλειψη

suppression volontaire d'un ou plusieurs mots dans une phrase
Παραδείγματα
Les trois points ( … ) marquent souvent une ellipse.
Οι τρεις τελείες (…) συχνά σηματοδοτούν μια έλλειψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store