embarquer
embarquer
ɑ̃baʁke
aabarke
embouquerembusquer

Ορισμός και σημασία του "embarquer"στα γαλλικά

embarquer
01

επιβιβάζομαι, ανεβαίνω σε όχημα

monter à bord d'un véhicule (navire, avion) 
embarquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
embarque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
embarquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
embarquerai
ενεστώτα μετοχή
embarquant
παθητική μετοχή
embarqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
embarquions
Παραδείγματα
Les voyageurs embarquent à la porte 12. 

Οι ταξιδιώτες επιβιβάζονται στην πύλη 12.

02

φορτώνω, επιβιβάζω

charger des marchandises ou objets dans un véhicule 
embarquer definition and meaning
Παραδείγματα
L'équipe embarque les valises dans l'avion. 

Φόρτωση βοηθά στη φόρτωση των βαλιτσών στο αεροπλάνο.

03

εμπλέκω, παρασύρω

impliquer quelqu'un dans une situation compliquée ou risquée 
embarquer definition and meaning
Παραδείγματα
Je me suis laissé embarquer dans un procès interminable. 

Άφησα τον εαυτό μου να μπει σε μια ατελείωτη δικαστική διαμάχη.

04

επιβιβάζω, φορτώνω

faire monter des personnes dans un véhicule 
Παραδείγματα
Le capitaine a embarqué 50 réfugiés. 

Ο καπετάνιος επιβίβασε 50 πρόσφυγες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store