Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embarquer
01
επιβιβάζομαι, ανεβαίνω σε όχημα
monter à bord d'un véhicule (navire, avion)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
embarque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
embarquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
embarquerai
ενεστώτα μετοχή
embarquant
παθητική μετοχή
embarqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
embarquions
Παραδείγματα
Les voyageurs embarquent à la porte 12.
Οι ταξιδιώτες επιβιβάζονται στην πύλη 12.
02
φορτώνω, επιβιβάζω
charger des marchandises ou objets dans un véhicule
Παραδείγματα
L'équipe embarque les valises dans l'avion.
Φόρτωση βοηθά στη φόρτωση των βαλιτσών στο αεροπλάνο.
03
εμπλέκω, παρασύρω
impliquer quelqu'un dans une situation compliquée ou risquée
Παραδείγματα
Je me suis laissé embarquer dans un procès interminable.
Άφησα τον εαυτό μου να μπει σε μια ατελείωτη δικαστική διαμάχη.
04
επιβιβάζω, φορτώνω
faire monter des personnes dans un véhicule
Παραδείγματα
Le capitaine a embarqué 50 réfugiés.
Ο καπετάνιος επιβίβασε 50 πρόσφυγες.



























