Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embarquer
01
επιβιβάζομαι, ανεβαίνω σε όχημα
monter à bord d'un véhicule (navire, avion)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
embarque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
embarquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
embarquerai
ενεστώτα μετοχή
embarquant
παθητική μετοχή
embarqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
embarquions
Παραδείγματα
Embarquez maintenant, le départ est imminent !
Επιβιβαστείτε τώρα, η αναχώρηση είναι επικείμενη!
02
φορτώνω, επιβιβάζω
charger des marchandises ou objets dans un véhicule
Παραδείγματα
Le système embarque automatiquement les bagages.
Το σύστημα φορτώνει αυτόματα τις αποσκευές.
03
εμπλέκω, παρασύρω
impliquer quelqu'un dans une situation compliquée ou risquée
Παραδείγματα
Pourquoi tu m' embarques dans tes histoires ?
Γιατί με μπλέκεις στις ιστορίες σου;
04
επιβιβάζω, φορτώνω
faire monter des personnes dans un véhicule
Παραδείγματα
Le navire - hôpital a embarqué 200 civils.
Το νοσοκομειακό πλοίο επιβίβασε 200 πολίτες.



























