Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'embarras
01
αμηχανία, ντροπή
situation difficile, gênante ou qui cause un problème
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il était dans l'embarras après avoir oublié son discours.
Βρισκόταν σε δύσκολη θέση αφού ξέχασε την ομιλία του.
02
κυκλοφοριακή συμφόρηση, κυκλοφοριακή συμφόρηση
accumulation de véhicules ou d'objets qui bloque le passage
Παραδείγματα
L'embarras sur l'autoroute a duré plus de deux heures.
Η κίνηση στον αυτοκινητόδρομο διήρκεσε πάνω από δύο ώρες.
03
εμπόδιο, δυσκολία
obstacle ou difficulté qui empêche d'agir facilement
Παραδείγματα
L'embarras rencontré sur la route a retardé notre arrivée.
Το εμπόδιο που συναντήσαμε στο δρόμο καθυστέρησε την άφιξή μας.



























