Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'embarras
[gender: masculine]
01
αμηχανία, ντροπή
situation difficile, gênante ou qui cause un problème
Παραδείγματα
Son mensonge a mis toute la famille dans l' embarras.
Το ψέμα του έβαλε ολόκληρη την οικογένεια σε δύσκολη θέση.
02
κυκλοφοριακή συμφόρηση, κυκλοφοριακή συμφόρηση
accumulation de véhicules ou d'objets qui bloque le passage
Παραδείγματα
Nous avons dû contourner l' embarras pour arriver à temps.
Έπρεπε να παρακάμψουμε την κυκλοφοριακή συμφόρηση για να φτάσουμε εγκαίρως.
03
εμπόδιο, δυσκολία
obstacle ou difficulté qui empêche d'agir facilement
Παραδείγματα
L' embarras financier a empêché la famille de partir en vacances.
Το οικονομικό εμπόδιο εμπόδισε την οικογένεια να πάει διακοπές.



























