Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'embardée
[gender: feminine]
01
απότομη στροφή, ξαφνική παρέκκλιση
déviation brusque et involontaire d'un véhicule de sa trajectoire
Παραδείγματα
Une embardée sur l' autoroute peut être très dangereuse.
Μια απότομη εκτροπή στον αυτοκινητόδρομο μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνη.



























