Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to consecrate
01
αγιάζω, αφιερώνω
to make something sacred through religious rituals
Transitive: to consecrate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
consecrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
consecrates
ενεστώτα μετοχή
consecrating
απλός αόριστος
consecrated
παθητική μετοχή
consecrated
Παραδείγματα
The priest consecrated the church with a special ceremony, dedicating it to divine worship.
Ο ιερέας αγίασε την εκκλησία με μια ειδική τελετή, αφιερώνοντάς τη στη θεία λατρεία.
02
αφιερώνω, αναθέτω
to devote one's entire resources to some specific cause
Transitive: to consecrate one's time or resources to sth
Παραδείγματα
She consecrated her life to helping others through volunteer work.
Αφιέρωσε τη ζωή της στο να βοηθάει τους άλλους μέσω της εθελοντικής εργασίας.
03
αγιάζω, χειροτονώ
to officially appoint or ordain someone to a sacred religious role
Transitive: to consecrate sb
Παραδείγματα
The bishop will consecrate the new priest during tomorrow's ceremony.
Ο επίσκοπος θα χειροτονήσει τον νέο ιερέα κατά την τελετή της αύριο.
consecrate
01
αφιερωμένος, αγιασμένος
dedicated to a sacred purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The consecrate altar was reserved for solemn rites.
Το αφιερωμένο βωμό ήταν δεσμευμένο για σοβαρές τελετές.
Λεξικό Δέντρο
consecrated
consecration
deconsecrate
consecrate



























