Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
voler
01
πετώ
se déplacer dans l'air en utilisant des ailes ou un moteur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
volons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
volerai
ενεστώτα μετοχή
volant
παθητική μετοχή
volé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
volions
Παραδείγματα
Les oiseaux volent haut dans le ciel.
Τα πουλιά πετούν ψηλά στον ουρανό.
02
βιάζομαι, ολοταχώς κινούμαι
se déplacer très rapidement, se précipiter
Παραδείγματα
Il vole au marché pour ne pas être en retard.
Πετάει στην αγορά για να μην αργήσει.
03
κλέβω
prendre quelque chose qui appartient à quelqu'un d'autre sans permission
Παραδείγματα
Il a volé un portefeuille dans le métro.
Έκλεψε ένα πορτοφόλι στο μετρό.
04
πετώ, αρμενίζω
se déplacer dans les airs, être en suspension ou en mouvement aérien
Παραδείγματα
Les frisbees volent dans le parc.
Τα φρίσμπι πετούν στο πάρκο.
05
πετώ
passer très rapidement, comme le temps ou un moment
Παραδείγματα
Les heures volent quand on s'amuse.
Οι ώρες πετούν όταν διασκεδάζουμε.
06
εξαπατώ, απατώ
tromper quelqu'un ou profiter de lui en lui prenant quelque chose
Παραδείγματα
Il a volé son ami en lui prenant de l'argent.
Εξαπάτησε τον φίλο του παίρνοντας τα χρήματά του.
07
κατακτώ, αποκτώ
s'approprier quelque chose ou se l'attribuer
Παραδείγματα
Il a volé l'idée de son collègue.
Έκλεψε την ιδέα του συναδέλφου του.
08
εξαπατώ, κλέβω
soutirer de l'argent à quelqu'un de manière abusive ou excessive
Παραδείγματα
Le vendeur a volé le client en augmentant le prix.
Ο πωλητής εξαπάτησε τον πελάτη αυξάνοντας την τιμή.



























