Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
volcanique
01
ηφαιστειακός, ηφαιστειακή
relatif aux volcans ou aux phénomènes liés aux volcans
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
volcanique
αρσενικό πληθυντικό
volcaniques
θηλυκό ενικό
volcanique
θηλυκό πληθυντικό
volcaniques
Παραδείγματα
Les scientifiques étudient l' activité volcanique de la région.
Οι επιστήμονες μελετούν τη ηφαιστειακή δραστηριότητα της περιοχής.
02
φλογερός, έντονος
qui est intense, violent ou très énergique, comme un feu ou une explosion
Παραδείγματα
Il a un tempérament volcanique mais généreux.
Έχει ηφαιστειακό αλλά γενναιόδωρο χαρακτήρα.



























