volaille
vo
vaw
laille
lɑj
laay

Ορισμός και σημασία του "volaille"στα γαλλικά

La volaille
[gender: feminine]
01

πτηνοτροφείο, κοτόπουλα

oiseaux élevés pour leur viande ou leurs œufs
la volaille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La volaille doit être bien cuite avant d' être consommée.
Το πουλερικά πρέπει να είναι καλά μαγειρεμένο πριν καταναλωθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store