Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inscrire
01
εγγράφω, καταχωρώ
écrire un nom sur une liste , s'enregistrer officiellement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
inscris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
inscrivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inscrirai
ενεστώτα μετοχή
inscrivant
παθητική μετοχή
inscrit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
inscrivions
Παραδείγματα
Je veux m'inscrire à ce cours.
Θέλω να εγγραφώ σε αυτό το μάθημα.
02
χαράζω, εγγράφω
graver ou écrire quelque chose sur une surface
Παραδείγματα
Ils ont inscrit leurs noms sur la pierre.
Χάραξαν τα ονόματά τους στην πέτρα.
03
καταγράφω, εγγράφω
écrire ou noter quelque chose officiellement ou sur une liste
Παραδείγματα
Le médecin a inscrit le diagnostic dans le dossier.
Ο γιατρός κατέγραψε τη διάγνωση στο φάκελο.
04
συμπεριλαμβάνω, καταχωρώ
inclure ou faire figurer quelque chose dans un document, une liste ou un texte
Παραδείγματα
Ils ont inscrit cette clause dans le contrat.
Κατέγραψαν αυτήν την ρήτρα στη σύμβαση.
05
εγγράφω, καταχωρώ
se faire enregistrer officiellement
Παραδείγματα
Je me suis inscrit au cours de français.
Εγγράφηκα στο μάθημα γαλλικών.
06
είμαι μέρος, ενσωματώνομαι
faire partie ou s'intégrer dans un ensemble, un contexte ou une idée
Παραδείγματα
Cette tradition s'inscrit dans l'histoire du pays.
Αυτή η παράδοση ενσωματώνεται στην ιστορία της χώρας.



























