Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquiet
01
ανήσυχος, ανησυχημένος
qui se fait du souci
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus inquiet
συγκριτικός βαθμός
plus inquiet
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inquiet
αρσενικό πληθυντικό
inquiets
θηλυκό ενικό
inquiète
θηλυκό πληθυντικό
inquiètes
Παραδείγματα
Le médecin semblait inquiet après les résultats.
Ο γιατρός φαινόταν ανήσυχος μετά τα αποτελέσματα.
Λεξικό Δέντρο
inquiet
quiet



























