Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inonder
01
πλημμυρίζω, πνίγω
couvrir d'eau un lieu ou un objet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
inonde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
inondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inonderai
ενεστώτα μετοχή
inondant
παθητική μετοχή
inondé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
inondions
Παραδείγματα
Le lave -linge cassé a inondé la cuisine.
Το σπασμένο πλυντήριο πλημμύρισε την κουζίνα.
02
πλημμυρίζω, κατακλύζω
envoyer ou faire arriver quelque chose en grande quantité à quelqu'un
Παραδείγματα
Le professeur a inondé les élèves de devoirs.
Ο δάσκαλος πλημμύρισε τους μαθητές με εργασίες.



























