inonder
Pronunciation
/inɔ̃de/

Ορισμός και σημασία του "inonder"στα γαλλικά

inonder
01

πλημμυρίζω, πνίγω

couvrir d'eau un lieu ou un objet
inonder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
inonde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
inondons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inonderai
ενεστώτα μετοχή
inondant
παθητική μετοχή
inondé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
inondions
Παραδείγματα
Le lave -linge cassé a inondé la cuisine.
Το σπασμένο πλυντήριο πλημμύρισε την κουζίνα.
02

πλημμυρίζω, κατακλύζω

envoyer ou faire arriver quelque chose en grande quantité à quelqu'un
inonder definition and meaning
Παραδείγματα
Le professeur a inondé les élèves de devoirs.
Ο δάσκαλος πλημμύρισε τους μαθητές με εργασίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store