Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inouï
01
extrêmement rare, surprenant ou extraordinaire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus inouï
συγκριτικός βαθμός
plus inouï
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inouï
αρσενικό πληθυντικό
inouïs
θηλυκό ενικό
inouïe
θηλυκό πληθυντικό
inouïes
Παραδείγματα
Ce spectacle était inouï et a émerveillé tout le monde.
02
qui n'a jamais été entendu ou vu, sans précédent
Παραδείγματα
La situation économique actuelle est inouïe.



























