Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquiet
01
ανήσυχος, ανησυχημένος
qui se fait du souci
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus inquiet
συγκριτικός βαθμός
plus inquiet
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inquiet
αρσενικό πληθυντικό
inquiets
θηλυκό ενικό
inquiète
θηλυκό πληθυντικό
inquiètes
θεματικό πεδίο
émotion, état, psychologie
Παραδείγματα
Il est inquiet pour son examen.
Είναι ανήσυχος για την εξέτασή του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inquiet
quiet



























