Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to depart
01
αναχωρώ
to leave a location, particularly to go on a trip or journey
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
depart
γ΄ ενικό πρόσωπο
departs
ενεστώτα μετοχή
departing
απλός αόριστος
departed
παθητική μετοχή
departed
Παραδείγματα
The train is scheduled to depart from the station at 3:00 PM.
Το τρένο προγραμματίζεται να αναχωρήσει από τον σταθμό στις 3:00 μ.μ.
02
αναχωρώ, φεύγω
to leave a place
Transitive: to depart a place
Παραδείγματα
As the sun set, it was time for them to depart the small village.
Καθώς ο ήλιος έδυε, ήρθε η ώρα να φύγουν από το μικρό χωριό.
03
αποκλίνω, απομακρύνομαι
to deviate or move away from an accepted, prescribed, or usual course of action or behavior
Transitive: to depart from a course of action or behavior
Παραδείγματα
The company decided to depart from traditional marketing strategies and explore innovative digital advertising techniques.
Η εταιρεία αποφάσισε να απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές στρατηγικές μάρκετινγκ και να εξερευνήσει καινοτόμες τεχνικές ψηφιακής διαφήμισης.
04
παραιτούμαι, αφήνω
to resign or leave a position of employment
Transitive: to depart a position
Παραδείγματα
After years of dedicated service, Susan decided to depart her role as the company's CFO.
Μετά από χρόνια αφοσιωμένης υπηρεσίας, η Σούζαν αποφάσισε να αποχωρήσει από τον ρόλο της ως CFO της εταιρείας.
05
αποκλίνω, ξεστρατίζω
to deviate or stray from a planned, direct, or straight path
Transitive: to depart from a path or direction
Παραδείγματα
Lost in thought, the hiker began to depart from the trail.
Χαμένος στις σκέψεις του, ο πεζοπόρος άρχισε να αποκλίνει από το μονοπάτι.
Λεξικό Δέντρο
departed
departer
department
depart



























