Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clutch
01
αρπάζω, κρατώ σφιχτά
to seize or grab suddenly and firmly
Transitive: to clutch sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clutch
γ΄ ενικό πρόσωπο
clutches
ενεστώτα μετοχή
clutching
απλός αόριστος
clutched
παθητική μετοχή
clutched
Παραδείγματα
He clutched the steering wheel tightly as he navigated through the winding mountain road.
Κράτησε σφιχτά το τιμόνι καθώς οδηγούσε στον κουλουριασμένο βουνό δρόμο.
02
πιάνω σφιχτά, κρατώ σταθερά
to try to secure or retain a hold on an object
Transitive: to clutch at sth
Παραδείγματα
The hiker clutched at the rope, trying to steady himself as he descended the steep slope.
Ο πεζοπόρος άπλωσε το σχοινί, προσπαθώντας να σταθεροποιηθεί καθώς κατέβαινε την απότομη πλαγιά.
03
αρπάζω, πιάνω
to seize or grasp something intangible, such as an opportunity, a concept, or a moment
Transitive: to clutch an opportunity or concept
Παραδείγματα
The ambitious student clutched the scholarship opportunity tightly.
Ο φιλόδοξος φοιτητής άρπαξε σφιχτά την ευκαιρία για υποτροφία.
Clutch
01
συμπλέκτης, πεντάλ συμπλέκτη
the handle or pedal that one uses to change gears in a car, truck, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clutches
Παραδείγματα
She pressed the clutch to shift into first gear.
Πίεσε το συμπλέκτη για να αλλάξει στην πρώτη ταχύτητα.
02
ένα κλατς, ένα μικρό τσαντάκι
a small hand-held bag without handles or straps, usually carried as a fashion accessory to complement an outfit
03
συμπλέκτης, πιάνω
the act of grasping
04
κρίσιμη κατάσταση, καθοριστική στιγμή
a tense critical situation
05
συμπλέκτης, σύνδεση
a coupling that connects or disconnects driving and driven parts of a driving mechanism
06
μια συλλογή, ένα σύνολο
a collection of things or persons to be handled together
07
μία γέννα, ένα κουβάρι πουλιών
a number of birds hatched at the same time
clutch
01
εξαιρετικός υπό πίεση, αξιόπιστος σε κρίσιμες καταστάσεις
performing exceptionally well under pressure or in critical situations
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clutch
συγκριτικός βαθμός
more clutch
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's clutch in tough client meetings.
Είναι άριστη σε δύσκολες συναντήσεις με πελάτες.
Λεξικό Δέντρο
declutch
clutch



























