Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clustering
01
ομαδοποίηση, συστάδες
a grouping of a number of similar things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clusterings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
clustering
cluster



























