clunker
clun
ˈklʌn
klan
ker
kə
kē
clinkerclanker

Ορισμός και σημασία του "clunker"στα αγγλικά

01

σαράβαλο, σκουπίδι

an old car that is in poor condition and often unreliable 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clunkers
Παραδείγματα
He drove a clunker to work every day, its engine coughing and sputtering along the way. 

Οδηγούσε ένα σκαραβαίο στη δουλειά κάθε μέρα, με τον κινητήρα να βήχει και να τρεμουλιάζει στο δρόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clunker
clunk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store