Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clunker
01
σαράβαλο, σκουπίδι
an old car that is in poor condition and often unreliable
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clunkers
Παραδείγματα
He drove a clunker to work every day, its engine coughing and sputtering along the way.
Οδηγούσε ένα σκαραβαίο στη δουλειά κάθε μέρα, με τον κινητήρα να βήχει και να τρεμουλιάζει στο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
clunker
clunk



























