clutter
clu
ˈklʌ
kla
tter
clustercutterclatterclitter

Ορισμός και σημασία του "clutter"στα αγγλικά

01

ακαταστασία, αναστάτωση

a number of objects scattered around in a messy and untidy way 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clutters
Παραδείγματα
The desk was covered in clutter from unfinished work. 

Το γραφείο ήταν καλυμμένο με ακαταστασία από ανολοκλήρωτη δουλειά.

02

παρεμβολές, θόρυβος

unwanted echoes that interfere with the observation of signals on a radar screen 
to clutter
01

γεμίζω ατακτικά, ανακατεύω

fill a space in a disorderly way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
clutters
ενεστώτα μετοχή
cluttering
απλός αόριστος
cluttered
παθητική μετοχή
cluttered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store