Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clutter
01
ακαταστασία, αναστάτωση
a number of objects scattered around in a messy and untidy way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clutters
Παραδείγματα
The desk was covered in clutter from unfinished work.
Το γραφείο ήταν καλυμμένο με ακαταστασία από ανολοκλήρωτη δουλειά.
02
παρεμβολές, θόρυβος
unwanted echoes that interfere with the observation of signals on a radar screen
to clutter
01
γεμίζω ατακτικά, ανακατεύω
fill a space in a disorderly way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
clutters
ενεστώτα μετοχή
cluttering
απλός αόριστος
cluttered
παθητική μετοχή
cluttered



























