clutter
Pronunciation
/ˈkɫətɝ/

Ορισμός και σημασία του "clutter"στα αγγλικά

01

ακαταστασία, αναστάτωση

a number of objects scattered around in a messy and untidy way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Too much clutter in a workspace can be distracting.
Πολύ ακαταστασία σε ένα χώρο εργασίας μπορεί να αποσπά την προσοχή.
02

παρεμβολές, θόρυβος

unwanted echoes that interfere with the observation of signals on a radar screen
to clutter
01

γεμίζω ατακτικά, ανακατεύω

fill a space in a disorderly way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
clutters
ενεστώτα μετοχή
cluttering
απλός αόριστος
cluttered
παθητική μετοχή
cluttered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store