Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bleed
01
αιμορραγώ, χάνω αίμα
to lose blood from an injury or wound
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bleed
γ΄ ενικό πρόσωπο
bleeds
ενεστώτα μετοχή
bleeding
απλός αόριστος
bled
παθητική μετοχή
bled
Παραδείγματα
The paper cut on her finger began to bleed after she accidentally touched it.
Η τομή από χαρτί στο δάχτυλό της άρχισε να αιμορραγεί αφού το άγγιξε κατά λάθος.
02
αφαίμαξη, κάνω αφαίμαξη
to intentionally draw blood from a person, often as a treatment method in ancient or medieval medicine
Transitive: to bleed sb
Παραδείγματα
In ancient times, doctors would bleed their patients to treat illnesses like fever or infection.
Στην αρχαιότητα, οι γιατροί αφαίμασσαν τους ασθενείς τους για τη θεραπεία ασθενειών όπως ο πυρετός ή η λοίμωξη.
03
αερίζω, αιμορραγώ
to release fluid or gas from a system, often through a valve
Transitive: to bleed a system
Παραδείγματα
The mechanic had to bleed the brakes to remove air from the brake lines.
Ο μηχανικός έπρεπε να αφαιρέσει αέρα από τα φρένα για να αφαιρέσει τον αέρα από τις γραμμές φρένων.
04
διαρρέω, ξεβάφω
(of dye or color) to spread or seep into an adjacent area
Intransitive
Παραδείγματα
The red dye began to bleed into the white fabric, ruining the shirt.
Η κόκκινη βαφή άρχισε να διαρρέει στο λευκό ύφασμα, καταστρέφοντας το πουκάμισο.
05
αιμορραγώ, εξαντλώ
to take away or deplete someone's money, resources, or energy
Transitive: to bleed sb of money or resources
Παραδείγματα
The ongoing legal battle is slowly bleeding the company of its resources.
Η συνεχιζόμενη νομική μάχη αφαιρεί αργά τους πόρους της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
bleeder
bleeding
bleed



























