Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détacher
01
ξεκολλώ, ξεδένω
séparer quelque chose d'un autre objet ou le libérer de son attache
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
détache
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détachons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détacherai
παθητική μετοχή
détaché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détachions
Παραδείγματα
Elle a détaché son manteau avant d'entrer.
Αυτή ξεκόλλησε το παλτό της πριν μπει.
02
αποσυνδέω, αφαιρώ
séparer quelque chose de ce à quoi il est attaché, enlever ou isoler
Παραδείγματα
Elle a détaché l'étiquette du vêtement.
Αυτή αποκόλλησε την ετικέτα από το ρούχο.
03
αναθέτω, αποσπώ
envoyer quelqu'un en mission, l'affecter temporairement à une tâche ou un poste particulier
Παραδείγματα
Il a été détaché à l'ambassade pour un an.
Αποσπάστηκε στην πρεσβεία για ένα χρόνο.
04
αφαιρώ,καθαρίζω, لکههای (چیزی را) بردن
enlever une tache ou nettoyer une partie souillée d'un tissu ou d'un vêtement
Παραδείγματα
Elle a détaché la tache de vin rouge sur la nappe.
Αυτή αφαίρεσε τον λεκέ από κόκκινο κρασί από το τραπεζομάντιλο.



























