Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coucher
01
πηγαίνω για ύπνο, αναπαύομαι
se mettre au lit pour dormir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
couche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
couchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coucherai
ενεστώτα μετοχή
couchant
παθητική μετοχή
couché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
couchions
Παραδείγματα
Les enfants doivent se coucher à 21 heures.
Τα παιδιά πρέπει να πάνε για ύπνο στις 21.
02
κάνω να πάει για ύπνο, βάζω στο κρεβάτι
faire aller quelqu'un au lit pour dormir
Παραδείγματα
Elle couche son bébé à 20 heures chaque soir.
Βάζει το μωρό της για ύπνο στις 20 κάθε βράδυ.
03
κλίνω, λυγίζω
faire pencher ou abaisser quelque chose vers le sol
Παραδείγματα
Le vent a couché les blés dans le champ.
Ο άνεμος ξάπλωσε τα σιτάρια στο χωράφι.
04
ξαπλώνω, πηγαίνω για ύπνο
s'allonger sur une surface
Παραδείγματα
Je vais me coucher un moment.
Πάω να ξαπλώσω για λίγο.
05
βασιλεύει, κρύβεται
se placer sous l'horizon (pour le soleil ou la lune)
Παραδείγματα
Le soleil se couche à 19 heures aujourd'hui.
Ο ήλιος βασιλεύει στις 19 ώρες σήμερα.
06
εγκαταλείπω, αποσύρομαι
abandonner la partie en posant ses cartes face cachée
Παραδείγματα
Il a couché ses cartes quand il a vu qu'il allait perdre.
Παρέδωσε τα χαρτιά του όταν είδε ότι θα χάσει.



























