assurer
assurer
asyʁe
asyre
assureurassumer

Ορισμός και σημασία του "assurer"στα γαλλικά

assurer
01

διαβεβαιώνω, εγγυώμαι

faire en sorte que quelqu'un soit sûr de quelque chose 
assurer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
assure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
assurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
assurerai
ενεστώτα μετοχή
assurant
παθητική μετοχή
assuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
assurions
Παραδείγματα
Il m'a assuré que tout était prêt. 

Με διαβεβαίωσε ότι όλα ήταν έτοιμα.

02

εγγυώμαι, διασφαλίζω

garantir la réalisation ou la sécurité de quelque chose 
assurer definition and meaning
Παραδείγματα
Cette mesure assure la sécurité des travailleurs. 

Αυτό το μέτρο εξασφαλίζει την ασφάλεια των εργαζομένων.

03

ασφαλίζω, κάνω ασφάλεια

protéger financièrement contre un risque grâce à un contrat 
assurer definition and meaning
Παραδείγματα
Ils ont assuré leur maison contre les incendies. 

Ασφάλισαν το σπίτι τους από πυρκαγιές.

04

βεβαιωθεί, ελέγξει

devenir certain de quelque chose, vérifier soi-même 
assurer definition and meaning
Παραδείγματα
Elle s'est assurée que tout était en ordre. 

Βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν σε τάξη.

05

εξασφαλίζω για τον εαυτό μου, κρατώ για τον εαυτό μου

se réserver ou prendre pour soi quelque chose 
Παραδείγματα
Il s'est assuré une place au premier rang. 

Διασφάλισε μια θέση στην πρώτη σειρά.

06

προστατεύω τον εαυτό μου, διασφαλίζω τον εαυτό μου

prendre des mesures pour éviter un danger ou un risque personnel 
Παραδείγματα
Il s'est assuré contre les risques financiers. 

Ασφάλισε τον εαυτό του έναντι των χρηματοοικονομικών κινδύνων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store