Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fears
Παραδείγματα
The fear of heights prevented him from climbing the ladder.
Ο φόβος των υψών τον εμπόδισε να ανέβει τη σκάλα.
02
άγχος, ανησυχία
a general sense of anxiety or worry, not necessarily tied to an immediate danger
Παραδείγματα
She was filled with fear about the outcome of the exam.
Ήταν γεμάτη φόβο για το αποτέλεσμα της εξέτασης.
03
δέος, σεβασμός
a feeling of profound respect, reverence, or awe
Παραδείγματα
She treated the sacred text with fear and reverence.
Χειρίστηκε το ιερό κείμενο με φόβο και ευλάβεια.
to fear
01
φοβάμαι, ανησυχώ
to feel anxious or afraid about a likely situation or event
Transitive: to fear that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
fear
γ΄ ενικό πρόσωπο
fears
ενεστώτα μετοχή
fearing
απλός αόριστος
feared
παθητική μετοχή
feared
Παραδείγματα
He feared that his secrets would come to light during the investigation.
Φοβόταν ότι τα μυστικά του θα αποκαλυφθούν κατά τη διάρκεια της έρευνας.
02
φοβάμαι, τρομάζω
to be scared of someone or something
Transitive: to fear a situation or event
Παραδείγματα
She feared the dark and always slept with a nightlight on.
Φοβόταν το σκοτάδι και πάντα κοιμόταν με ένα νυχτερινό φως αναμμένο.
03
φοβάμαι, ανησυχώ
to feel regret or concern when delivering bad news or an apology
Transitive: to fear that
Παραδείγματα
I fear I may have arrived too late for the meeting.
Φοβάμαι ότι μπορεί να έφτασα πολύ αργά για τη συνάντηση.
04
φοβάμαι, σεβόμαι
to show deep respect and admiration for God
Transitive: to fear God
Παραδείγματα
They were taught to fear God and follow His teachings.
Τους δίδαξαν να φοβούνται τον Θεό και να ακολουθούν τις διδασκαλίες Του.
05
φοβάμαι, ανησυχώ
to feel worried or nervous about an upcoming event or situation
Transitive: to fear an upcoming event or situation
Παραδείγματα
They feared the results of the medical test.
Φοβόντουσαν τα αποτελέσματα της ιατρικής εξέτασης.



























