fealty
feal
ˈfi:əl
fiēl
ty
ti
ti
realty

Ορισμός και σημασία του "fealty"στα αγγλικά

01

πιστότητα, αφοσίωση

loyalty to an upper power, especially to king, queen, or government 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fealties
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store