parole
pa
role
ˈrəʊl
rewl
prole

Ορισμός και σημασία του "parole"στα αγγλικά

01

εκτίμηση ποινής

(law) the permission for a prisoner to leave prison before the end of their imprisonment sentence, on the condition of good conduct 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After serving half of his sentence in prison, the inmate was eligible for parole, subject to certain conditions and supervision. 

Αφού εκτίμησε το μισό της ποινής του στη φυλακή, ο κρατούμενος ήταν επιλέξιμος για προσωρινή αποφυλάκιση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και επίβλεψη.

02

λόγος τιμής, επίσημη υπόσχεση

a formal or solemn promise, often given as a pledge of honor or word of honor 
Παραδείγματα
The soldier was released on parole, promising not to fight again. 

Ο στρατιώτης απελευθερώθηκε με λόγο τιμής, υποσχόμενος να μην πολεμήσει ξανά.

03

κωδικός πρόσβασης, σύνθημα

a code word used to verify membership or grant access within a limited circle 
Παραδείγματα
The guards asked for the parole before letting him enter. 

Οι φύλακες ζήτησαν τον κωδικό πρόσβασης πριν τον αφήσουν να μπει.

to parole
01

αποφυλακίζω υπό όρους

to release a prisoner before the completion of their sentence, subject to certain conditions and under the supervision of a parole officer 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parole
γ΄ ενικό πρόσωπο
paroles
ενεστώτα μετοχή
paroling
απλός αόριστος
paroled
παθητική μετοχή
paroled
Παραδείγματα
The parole board decided to parole the inmate early based on their good behavior and participation in rehabilitation programs. 

Η επιτροπή αποφυλάκισης αποφάσισε να αποφυλακίσει υπό όρους τον κρατούμενο νωρίτερα με βάση την καλή συμπεριφορά και τη συμμετοχή σε προγράμματα αποκατάστασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store