Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parquet
01
παρκέ
a theater or stadium, typically reserved for VIPs or special guests
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
parquets
02
παρκέ
a type of flooring made of small wood pieces arranged in geometric patterns
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
parquetry
parquet



























