Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
old
Παραδείγματα
The old woman knitted blankets for her grandchildren.
Η γριά γυναίκα πλέκει κουβέρτες για τα εγγόνια της.
02
παλιός, αρχαίος
(of a thing) having been used or existing for a long period of time
Παραδείγματα
The old painting depicted a picturesque landscape from a bygone era.
Ο παλιός πίνακας απεικόνιζε μια γραφική τοπιογραφία από μια περασμένη εποχή.
2.1
παλιός, φθαρμένος
worn, aged, or deteriorated due to prolonged use or the passage of time
Παραδείγματα
His old jacket was frayed at the edges, but he still wore it for comfort.
Το παλιό του σακάκι ήταν φθαρμένο στις άκρες, αλλά το φορούσε ακόμα για άνεση.
Παραδείγματα
My favorite sweater is ten years old but still looks brand new.
Το αγαπημένο μου πουλόβερ είναι δέκα χρονών παλιό αλλά φαίνεται ακόμα καινούργιο.
04
παλιός, γνωστός
well-known or familiar because they have been experienced or encountered many times before
Παραδείγματα
I ’m tired of hearing that stupid old story.
Έχω κουραστεί να ακούω αυτή την ηλίθια παλιά ιστορία.
4.1
παλιός, πρώην
referring to someone one has known or had a relationship with for a significant amount of time
Παραδείγματα
They ’ve been old rivals since their high school sports days.
Είναι παλιοί αντίπαλοι από τις μέρες του σχολείου τους στον αθλητισμό.
05
καλός παλιός, αγαπημένος παλιός
expressing fondness, familiarity, or affection toward someone or something
Παραδείγματα
Dear old Charlie always knows how to make me laugh.
Αγαπημένε παλιέ Charlie πάντα ξέρει πώς να με κάνει να γελάσω.
Παραδείγματα
She ran into one of her old colleagues at the conference last week.
Συνάντησε έναν από τους πρώην συναδέλφους της στο συνέδριο την περασμένη εβδομάδα.
Παραδείγματα
He reminisced about his old neighborhood and how much it has changed over the years.
Αναπολούσε την παλιά του γειτονιά και το πόσο έχει αλλάξει με τα χρόνια.
Παραδείγματα
Old Latin was spoken before it evolved into Classical Latin, which dominated Roman literature.
Η αρχαία λατινική γλώσσα μιλιόταν πριν εξελιχθεί στην κλασική λατινική, που κυριαρχούσε στη ρωμαϊκή λογοτεχνία.
09
παλιός, έμπειρος
having extensive knowledge, practice, or skill in a particular field or activity
Παραδείγματα
The old carpenter crafted the furniture with the skill of years of experience.
Ο γέρος ξυλουργός κατασκεύασε τα έπιπλα με τη δεξιοτεχνία των χρόνων εμπειρίας.
Old
Λεξικό Δέντρο
oldish
oldness
old



























