beat-up
beat
bi:t
bit
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "beat-up"στα αγγλικά

01

τσακισμένος, φθαρμένος

heavily worn out, damaged, or in a state of disrepair due to excessive use or neglect 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beat-up
συγκριτικός βαθμός
more beat-up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A beat-up old car sat in the garage, covered in dust and rust spots. 

Ένα παλιό και φθαρμένο αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο στο γκαράζ, καλυμμένο με σκόνη και κηλίδες από σκουριά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store